Η υπόθεση των Κώστα Κεντέρη και Κατερίνας Θάνου, που σημάδεψε τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, παραμένει ανοιχτό κεφάλαιο και δύο δεκαετίες μετά. Οι αθλητές βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας σφοδρής αντιπαράθεσης γύρω από τον έλεγχο ντόπινγκ, με πολλές αμφιλεγόμενες πτυχές να παραμένουν αναπάντητες. Το άρθ
Κεντέρης – Θάνου: Τι πραγματικά συνέβη στην υπόθεση που σημάδεψε τους Ολυμπιακούς της Αθήνας
Είκοσι δύο χρόνια μετά την πολυσυζητημένη υπόθεση που στέρησε από τον Κώστα Κεντέρη και την Κατερίνα Θάνου τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται κυρίως ο έλεγχος ντόπινγκ της 12ης Αυγούστου 2004, η παράδοση των διαπιστεύσεων των δύο αθλητών και, αργότερα, η διαδικασία ενώπιον του CAS στη Λοζάνη.

Η συμφωνία του 2006
Η υπόθεση έφτασε τελικά σε συμβιβασμό το 2006 στη Λοζάνη. Ο Κεντέρης και η Θάνου αποδέχθηκαν ότι είχαν χάσει ελέγχους που είχαν προγραμματιστεί στο Σικάγο και στο Τελ Αβίβ, ενώ δεν αποδέχθηκαν ότι είχαν αρνηθεί ή αποφύγει τον έλεγχο που σχετιζόταν με την Αθήνα.
Σύμφωνα με την πλευρά των αθλητών, η διαδικασία της 12ης Αυγούστου παρουσίαζε σημαντικά προβλήματα, καθώς η ειδοποίηση για τον έλεγχο δεν είχε παραδοθεί απευθείας στους ίδιους. Παράλληλα, υποστηρίχθηκε ότι οι ελεγκτές είχαν τη δυνατότητα να τους εντοπίσουν στο Ολυμπιακό Χωριό.
Η συμφωνία είχε ως αποτέλεσμα να μην επιβληθεί τελικά στους δύο αθλητές νέα ποινή από το CAS. Η υπόθεση διαγράφηκε από το αρχείο του δικαστηρίου στο πλαίσιο του συμβιβασμού.
Το κρίσιμο ζήτημα της 12ης Αυγούστου
Ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα της υπεράσπισης ήταν ότι οι Κεντέρης και Θάνου δεν είχαν λάβει προσωπικά την ειδοποίηση για τον έλεγχο.
Η ειδοποίηση είχε παραδοθεί στον αρχηγό της ελληνικής Ολυμπιακής αποστολής και όχι στους ίδιους. Ο δικηγόρος τους Γρηγόρης Ιωαννίδης υποστήριξε αργότερα ότι, με βάση τους τότε ισχύοντες κανονισμούς, αυτό δημιουργούσε σοβαρό ζήτημα ως προς το αν υπήρχε έγκυρη υποχρέωση των αθλητών να παρουσιαστούν για έλεγχο.
Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη διαδικασία του CAS, υπήρχαν μαρτυρίες ότι οι δύο αθλητές είχαν βρεθεί στο Ολυμπιακό Χωριό. Έτσι τέθηκε το ερώτημα γιατί δεν υποβλήθηκαν τότε στον έλεγχο, εφόσον οι υπεύθυνοι μπορούσαν να τους εντοπίσουν.
Η στάση της ΔΟΕ
Το άρθρο υποστηρίζει ότι η ΔΟΕ είχε ασκήσει έντονες πιέσεις ώστε οι δύο αθλητές να αποχωρήσουν από τους Αγώνες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Τόμας Μπαχ, ο οποίος ήταν τότε πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής της ΔΟΕ. Σύμφωνα με μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν στη μεταγενέστερη διαδικασία, φέρεται να ασκήθηκαν πιέσεις προς τους αθλητές για να παραδώσουν τις διαπιστεύσεις τους.
Τελικά, ο Κεντέρης και η Θάνου παρέδωσαν τις διαπιστεύσεις τους και δεν αγωνίστηκαν στην Αθήνα.
Ο νομικός σύμβουλος της ΔΟΕ Φρανσουά Καράρ είχε δηλώσει τότε ότι ήταν σημαντικό για τη ΔΟΕ να μην αγωνιστούν οι δύο αθλητές. Το άρθρο χρησιμοποιεί αυτή τη δήλωση ως ένδειξη ότι η απομάκρυνσή τους από τους Αγώνες αποτελούσε βασική επιδίωξη της Ολυμπιακής Επιτροπής.
Οι αμφιβολίες για τους ελέγχους
Στη διαδικασία του CAS εξετάστηκαν και οι μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν εμπλακεί στη διαδικασία εντοπισμού των αθλητών.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στον Δημήτριο Βαλασιάδη, ο οποίος είχε δηλώσει ότι αναζήτησε τους δύο αθλητές στο Ολυμπιακό Χωριό. Σύμφωνα με το άρθρο, κατά την εξέτασή του παρουσιάστηκαν αντιφάσεις σχετικά με το αν είχε πράγματι δει τον Κεντέρη και τη Θάνου και γιατί, εφόσον τους είχε εντοπίσει, δεν τους σταμάτησε για να τους υποβάλει σε έλεγχο.
Παράλληλα, εξετάστηκε και η στάση του Πατρίκ Σαμάζ, υπεύθυνου της υγειονομικής επιτροπής της ΔΟΕ. Η πλευρά των αθλητών αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο είχε πραγματοποιηθεί η διαδικασία.
Οι προσπάθειες σύνδεσης με το ντόπινγκ
Κατά τη διάρκεια της υπόθεσης επιχειρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο, να συνδεθούν οι δύο Έλληνες αθλητές με την υπόθεση της Balco, του αμερικανικού εργαστηρίου που είχε βρεθεί στο επίκεντρο μεγάλης υπόθεσης ντόπινγκ.
Η πλευρά του Κεντέρη και της Θάνου προσκόμισε στοιχεία από την έρευνα του FBI, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε σχέση των δύο αθλητών με τη Balco.
Εξετάστηκε επίσης το ζήτημα των αυξημένων ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η κατηγορούσα πλευρά παρουσίασε σχετικό επιστημονικό επιχείρημα, ενώ η πλευρά των αθλητών παρουσίασε τον καθηγητή Δημήτριο Κουρέτα, ο οποίος αμφισβήτησε την επιστημονική βάση αυτής της σύνδεσης. Σύμφωνα με την αφήγηση του άρθρου, τα συγκεκριμένα επιχειρήματα δεν έγιναν τελικά δεκτά από το CAS.
Η υπόθεση του Φίλιππου Συρίγου
Στο κείμενο γίνεται επίσης αναφορά στον δημοσιογράφο Φίλιππο Συρίγο, ο οποίος είχε δεχθεί σοβαρή επίθεση το 2004.
Ο Συρίγος κατέθεσε υπέρ των Κεντέρη και Θάνου στη διαδικασία της Λοζάνης και αρνήθηκε ότι είχε υποστηρίξει πως οι δύο αθλητές συνδέονταν με την επίθεση εναντίον του.
Παράλληλα, αναφέρεται ότι ένας ερευνητής που εργαζόταν για την IAAF είχε επιχειρήσει να συλλέξει πληροφορίες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον των δύο αθλητών.
Τι υποστηρίζει ο Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ο δικηγόρος που εκπροσώπησε τον Κεντέρη και τη Θάνου στο CAS θεωρεί ότι, με βάση τους κανονισμούς και τα στοιχεία που εξετάστηκαν, οι δύο αθλητές θα μπορούσαν να είχαν αγωνιστεί κανονικά στην Αθήνα.
Κατά την άποψή του, δεν αποδείχθηκε ότι στις 12 Αυγούστου υπήρξε έγκυρη άρνηση ή αποφυγή ελέγχου, ενώ υπήρχαν σημαντικές αμφιβολίες για το αν η διαδικασία ειδοποίησης είχε γίνει σύμφωνα με τους κανονισμούς.
Ο ίδιος θεωρεί επίσης ότι οι αθλητές δεν είχαν την κατάλληλη καθοδήγηση στη διάρκεια της κρίσης και ότι, όταν τελικά έφτασε η υπόθεση στο CAS, υπήρχαν αρκετά στοιχεία που αποδυνάμωναν τις κατηγορίες εναντίον τους.
Συμπέρασμα
Η υπόθεση δεν κατέληξε σε καταδίκη του Κεντέρη και της Θάνου για ντόπινγκ. Ο συμβιβασμός του 2006 έβαλε τέλος στη διαδικασία χωρίς να επιβληθεί νέα ποινή στους δύο αθλητές.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποδείχθηκε πως υπήρξε οργανωμένη «παγίδα» από τη ΔΟΕ ή την IAAF. Αυτό αποτελεί την ερμηνεία που υιοθετεί το συγκεκριμένο άρθρο, βασιζόμενο στα στοιχεία και στις δηλώσεις της πλευράς των αθλητών.
Το βέβαιο είναι ότι η υπόθεση της 12ης Αυγούστου 2004, το περίφημο τροχαίο και η διαδικασία ντόπινγκ παραμένουν μία από τις πιο αμφιλεγόμενες ιστορίες στην ιστορία των ελληνικών Ολυμπιακών Αγώνων.
Πηγή